Το μέτρημα Στίχοι: Ευαγγελάτος Γεράσιμος Μουσική: Καραμουρατίδης Θέμης Πρώτη εκτέλεση: Νατάσα Μποφίλιου
Τους ανθρώπους της ζωής μου κάθισα να τους μετρήσω τους παρόντες, τους απόντες κάνα δυο περαστικούς. Όσους ήρθαν για να μείνουν όσους έφυγαν πριν γίνουν, τους κοινόχρηστους, τους ξένους, τους πολύ προσωπικούς.
Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι ή μου βγαίνουνε πολλοί κι είναι η μοναξιά που επείγει ό, τι με μελαγχολεί. Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι ή μου βγαίνουνε πολλοί σ’ ένα μέτρημα που ανοίγει την παλιά μου την πληγή.
Τους ανθρώπους της ζωής μου θα ’ θελα να τους κρατήσω... Τα αγρίμια, τους αγγέλους και τους πιο κανονικούς. Όσους άφησαν σημάδι όσους πήρε το σκοτάδι, τους εκείνους, τους τυχαίους τους πολύ προσωπικούς.
Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι ή μου βγαίνουνε πολλοί κι είναι η μοναξιά που επείγει ό, τι με μελαγχολεί. Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι ή μου βγαίνουνε πολλοί σ’ ένα μέτρημα που ανοίγει την παλιά μου την πληγή.
Άνθρωποι μόνοι που άφησαν σκόνη φιλίες και αγάπες που πήραν οι δρόμοι κλεμμένοι, κρυμμένοι, κρυφά δανεισμένοι τυχαίοι, γενναίοι, δειλοί, φοβισμένοι δικοί μου και ξένοι, λαμπροί και θλιμμένοι σε σχέσεις, σε σπίτια καλά κλειδωμένοι. Χαρούμενοι, άσχετοι, συνεπιβάτες Μποέμ καλλιτέχνες, παιδιά με γραβάτες. Εχθροί μου και φίλοι, μικροί και μεγάλοι που δίνουν με μέτρο, που κάνουν σπατάλη. Αγάπες που έμοιαζαν να `χουν αξία και άλλες που ξέμειναν στη χειραψία Φτωχοί συγγενείς που σερβίρουν τα έτοιμα οι λογικοί κι όσοι ζουν με το αίσθημα. Οι λογικοί κι όσοι ζουν με το αίσθημα Οι λογικοί κι όσοι ζουν με το αίσθημα... Όσοι ζουν με το αίσθημα.... Φοβάμαι...πως χάνω το μέτρημα ....
Γιατί τόσα πολλά λόγια... Γιατί... είναι από τα καλύτερα!!!
Ο Γερο-Δήμος:
Ο Γέρος Δήμος!!
Κλέφτικο. Ένα από τα πιό παληά τραγούδια πάνω σε ποίημα του Αριστοτέλη
Βαλαωρίτη που μελοποιήθηκε το 1858 από τον Παύλο Καρρέρ ή Καρρέρη για
τις ανάγκες της όπεράς του «Μάρκος Μπότσαρης». Τραγουά ο Δημήτρης
Κρυωνάς το 1923
Παραδοσιακό,
Εγέρασα μωρές παιδιά, πενήντα χρόνια κλέφτης,
τον ύπνο δεν εχόρτασα και τώρα αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ, εστέρεψε η καρδιά μου.
Βρύση το αίμα το `χυσα σταλαματιά δε μένει.
Ποιος ξέρει από το μνήμα μου τι δέντρο θα φυτρώσει.
Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ίσκιο του από κάτω,
θα `ρχονται τα κλεφτόπουλα τ’ άρματα να κρεμάνε,
να πλένουν τις λαβωματιές το Δήμο να σχωρνάνε.